O Λαός εικονογραφεί την Ιστορία του
Συλλογή
του
Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη
Πρόλογος
Ιωάννης Μ. Βαρβιτσιώτης
Ένα συναρπαστικό
οδοιπορικό στη νεώτερη ελληνική ιστορία
μέσα από την έντυπη λαϊκή εικόνα αποτελεί
το ανά χείρας λεύκωμα του Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη,
που εκδίδεται υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου
Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής και
τις Εκδόσεις "Ι. Σιδέρης".
Οδοιπορικό και συνάμα εν εξελίξει ανασκαφή
στο πρόσφατο χθες, που διαφέρει, ωστόσο,
ριζικά από παραδοσιακές ακαδημαϊκές προβολές
της ιστορικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Γιατί η πρωτοτυπία του έγκειται
καταρχήν στο πρωτογενές υλικό της αφήγησης: τη
λαϊκή λιθογραφική εικονογραφία, κυρίαρχο μέσο
έκφρασης και ενημέρωσης στην Ελλάδα της εκατονταετίας
1840-1940, αλλά και για πολλά χρόνια παραγνωρισμένη
πηγή της σύγχρονης ιστορικής μας συνείδησης. Με
το έργο του, καρπό ακούραστης συλλεκτικής δουλειάς
25 χρόνων, ο Γιάννης Γιαννέλλης-Θεοδοσιάδης ανακόπτει
την απερίσπαστη πορεία αυτής της τέχνης προς τη
λήθη.
Παρουσιάζοντας εκατοντάδες
λιθογραφίες, που καλύπτουν τη μακρά περίοδο από
την προεπαναστατική Ελλάδα μέχρι τον Β' Παγκόσμιο
Πόλεμο και την Κατοχή, και σχολιάζοντας με γνώση
και αφηγηματική ζωντάνια τα ίδια τα έργα, αλλά
και την τεχνοτροπία, τη θεματολογία, τις εκφραστικές
τάσεις, την εκάστοτε περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα
και τη σκοπιμότητα της λαϊκής εικονογραφίας, ο
συγγραφέας καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό διπλό
αποτέλεσμα.
Αφενός, αποκαθιστά τη σπουδαιότητα
των έντυπων λαϊκών εικόνων στις ιστορικές και
πολιτικές παραστάσεις των Ελλήνων μέχρι τα μισά
του 20ού αιώνα. Με αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύει
τη λαϊκή εικονογραφία ως πηγή πληροφόρησης για
την εποχή της και ως εργαλείο κατανόησης και ανασύνθεσης
του πρόσφατου παρελθόντος.
Αφετέρου, ενεργοποιεί τις
βιωματικές εντυπώσεις του αναγνώστη -πράγμα που
ισχύει ακόμη και για τις νεώτερες γενιές- καθώς
πολλές από τις εικόνες που περιλαμβάνονται στο
λεύκωμα είναι γνώριμες από σχολικές αίθουσες,
λαϊκές αφηγήσεις, παραδοσιακά ημερολόγια, διακοσμήσεις
κτιρίων, είδη λαϊκής τέχνης και χειροτεχνίας (υφαντά,
κεντήματα, χαλκογραφίες κ.ά.), ακόμα και από το
θέατρο σκιών.
Μάλιστα, για ορισμένα θέματα
δύσκολα θα ανακαλύψει κανείς εναλλακτικές εικόνες.
Τούτο ισχύει π.χ. για αρκετούς ήρωες της Ελληνικής
Επανάστασης, για ελληνικούς λαϊκούς μύθους της
βυζαντινής και οθωμανικής εποχής ή για τις μάχες
που θέλησε να αναπαραστήσει για πρώτη φορά συστηματικά,
με τη βοήθεια λαϊκών ζωγράφων ο Μακρυγιάννης,
ο οποίος κατά συνέπεια θεωρείται και δικαιωματικά
ο "πατέρας" της ελληνικής λαϊκής εικονογραφίας.
Οι μνήμες μας είναι, κατά
συνέπεια, ήδη σε ανύποπτο χρόνο, εμποτισμένες
με ανεξίτηλα στοιχεία λαϊκών εικόνων. Αλλά και
σε ό,τι αφορά γνωστά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα,
όπως πολιτικούς (π.χ. Μαυρογορδάτος, Κωλέττης,
Τρικούπης, Δηληγιάννης, Μακρυγιάννης και πλήθος
άλλοι) ή σημαντικές μάχες της Επανάστασης και
των Βαλκανικών Πολέμων, για τα οποία η γνώση μας
στηρίζεται σε ποικίλες άλλες πηγές -επίσημα πορτρέτα
και γλυπτά, προϊόντα του τυπογραφείου, φωτογραφίες,
ακόμη και τον κινηματογράφο- συνειδητοποιούμε
ότι η λαϊκή λιθογραφία κατάφερε να αφήσει τη σφραγίδα
της στην κυρίαρχη εντύπωση. Ενίοτε δε ακόμη και
να επηρεάσει υψηλότερες μορφές εικαστικής απεικόνισης,
όπως φωτογραφίες, που ανατρέχουν στα πρότυπα της
λαϊκής εικόνας για να αποδώσουν "πιστότερα
προς τη γενική αντίληψη" το θέμα τους.
Το λεύκωμα του Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη
μας μυεί αβίαστα στην πολλαπλή λειτουργικότητα
της λαϊκής εικόνας. Της εικόνας πρωταρχικά ως
μέσου ενημέρωσης και υποκατάστατου του πολύπλοκου
γραπτού λόγου σε μία χώρα που μέχρι τα τέλη του
19ου αιώνα υπέφερε ακόμη από υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού.
Η λαϊκή εικονογραφία μας μεταφέρει
την ζωηρή επαφή που είχαν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα,
ιδίως τα φτωχότερα, αρχικά με την ιστορική και
μυθολογική κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας,
στη συνέχεια με την ιστορία της Επανάστασης. Στα
μετεπαναστατικά χρόνια το κέντρο βάρους μετατοπίζεται
στην κάλυψη της πολιτικής επικαιρότητας, εγχώριας
αλλά και διεθνούς. Φυσική εξέλιξη της ζύμωσης
με την πολιτική καθημερινότητα υπήρξε και η άνθηση
της λαϊκής σατιρικής εικονογραφίας, στην οποία
το βιβλίο αφιερώνει μία μικρή ειδική ενότητα,
μια και η λαϊκή σατιρική τέχνη αποτελεί μεγάλη
ξεχωριστή κατηγορία που έχει μάλιστα ήδη παρουσιαστεί
επαρκώς από τον Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη.
Παράλληλα, στο βιβλίο ανακαλύπτουμε
την λαϊκή εικόνα ως μέσο γνήσιας λαϊκής έκφρασης,
διακοσμητική αξία και κάτοπτρο της "κοινής
γνώμης" της εποχής της αναφορικά με πολιτικά
πρόσωπα, θεσμούς, εθνικές επιδιώξεις. Συχνά τόσο
οι εικόνες όσο και ο πρωτογενής σχολιασμός τους
εκπλήσσουν με τον πατριωτικό ενθουσιασμό τους
και τη συγκινησιακή τους φόρτιση για ιστορικά
γεγονότα, προδιάθεση που φθάνει μέχρι την υπερβολή
στην περιγραφή των αρετών και των κατορθωμάτων
του ελληνισμού. Ο ηρωισμός, η ανδρεία, η αυτοθυσία
για την ελευθερία και τη δόξα του έθνους είναι
αξίες που βρίσκονται στο επίκεντρο των κειμένων
που συνοδεύουν τις εικόνες.
Αλλά και οι ίδιες οι εικόνες,
με τα έντονα χρώματα και την αμετακίνητη έμφαση
στην υπεροχή του ελληνικού στοιχείου αποπνέουν
την ίδια αίσθηση εθνικής περηφάνιας και αλληλεγγύης.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, συνειδητοποιούμε πόσο
η λαϊκή λιθογραφική εικόνα είχε ταυτιστεί με τα
λαϊκά βιώματα κατά τη συγκρότηση και διεύρυνση
του ελληνικού κράτους.
Σε μία διαφορετική ανάγνωση,
αντιλαμβανόμαστε πως η μορφή που έλαβε η λαϊκή
εικονογραφία στην Ελλάδα, όπως και η εκπληκτική
απήχησή της οφείλουν πολλά στη χρονική σύμπτωση
της ακμής της ελληνικής λιθογραφίας με την ακμή
της Μεγάλης Ιδέας. Από αυτή την άποψη, η λαϊκή
εικόνα προσφέρει, παρά τις εξάρσεις της, ή ίσως
ακριβώς χάρη σε αυτές, μοναδικές αναπαραστάσεις
του λαϊκού σφυγμού κατά τη διάρκεια ολόκληρης
αυτής της περιόδου, που σφράγισε δραματικά την
ζωή και την πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα.
Η συλλογή του Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη
συνιστά ένα σπάνιο έργο στο χώρο της λαϊκής εικονογραφίας.
Όχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού των εικόνων
που την απαρτίζουν και την καθιστούν την πληρέστερη
του είδους της. Αλλά και για την συστηματικότητα
με την οποία αυτές οργανώνονται και αναλύονται,
ώστε να προβάλλουν ένα ευρύτατο φάσμα θεματολογίας,
τεχνοτροπιών και ιδεολογικών αποχρώσεων. Αυτό
ισχύει τόσο για την περίοδο ανάπτυξης των λιθογραφιών
(σχηματικά από το 1840 έως το 1940) όσο και για
τις προδρομικές προεπαναστατικές προσπάθειες,
όταν η τέχνη της λιθογραφίας δεν ήταν διαδεδομένη
στην Ελλάδα και τα οικονομικά μέσα πενιχρά για
να υποκινήσουν αξιόλογη παραγωγή.
Η παρούσα έκδοση φιλοδοξεί
να συμβάλει στη διατήρηση της "εναλλακτικής"
ιστορικής αφήγησης που μεταφέρουν οι λιθογραφίες.
Να διατηρήσει μία πολιτισμική μνήμη που κυριολεκτικά
κινδυνεύει να σβήσει, όπως τόσες άλλες μορφές
λαϊκής έκφρασης και τέχνης από το πρόσφατο παρελθόν
της χώρας μας. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι η κυκλοφορία
αυτού του λευκώματος επιστεγάζει τη μακρόχρονη
προσήλωση του Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη στο
αντικείμενό της. Για τον λόγο αυτό, περιέχει τόσο
εκθέματα από τρεις μεγάλες σχετικές εκθέσεις,
μία στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη, που πραγματοποιήθηκαν
πριν από μία δεκαετία, όσο και έργα που εντάχθηκαν
αργότερα στη συλλογή του.
Για το Ινστιτούτο Δημοκρατίας
Κωνσταντίνος Καραμανλής αποτελεί ιδιαίτερη χαρά
να παρουσιάζει το προϊόν αυτής της εξαιρετικής
πολύχρονης προσπάθειας στο πλαίσιο του εκδοτικού
του προγράμματος, με την πεποίθηση ότι τέτοια
έργα δεν πρέπει να απουσιάζουν από τον πολιτιστικό
χάρτη της χώρας μας.
|